Φίλιπποι

ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

         Σαφέστατα ίχνη και αρχαιολογικά ευρήματα φανερώνουν ότι η θέση που σήμερα βρίσκεται το χωριό μας αποτελούσε οικιστική περιοχή από τα βάθη των αιώνων. Θρακικός οικισμός αρχικά με πιθανή την ονομασία «Σατρικινή» ακολούθησε τη μοίρα των Αρχαίων Φιλίππων. Με πλούσια αγροτική παραγωγή και κτηνοτροφία, καθώς επίσης και με πολλά μεταλλεία αποτελούσε τον οικονομικό πνεύμονα της αρχαίας πόλης από την εποχή της ίδρυσης μέχρι τα χρόνια της παρακμής. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο συναντάμε τον οικισμό με την ονομασία Viniacis. Μετά την παρακμή και ερήμωση των Φιλίππων ο οικισμός εξακολούθησε να υπάρχει ακολουθώντας πια αυτόνομη πορεία. Στο τέλος του 17ου αιώνα τον βρίσκουμε με την τούρκικη ονομασία Σελιάν και κατοίκους μουσουλμάνους. Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι το χωριό δεν εποικίστηκε από τους Τούρκους, αλλά οι κάτοικοί του εξισλαμίστηκαν από το Τάγμα των Μπεκτασήδων στα μέσα του 17ου αιώνα. Διατήρησαν όμως την ελληνική γλώσσα μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών και την αποχώρησή τους το 1924.

         Φαίνεται πως η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας ήταν ο λόγος που το χωριό από το 1900 έγινε στόχος των Κομιτατζήδων με σκοπό τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων. Αυτή την περίοδο (1911-1912) κατασκευάστηκε και το κτίριο, που σήμερα στεγάζεται ο Πολιτιστικός Σύλλογος, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί σαν σχολείο.

         Το καλοκαίρι του 1913 ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε την Ανατολική Μακεδονία από τον τούρκικο ζυγό. Όμως από το 1916 έως το 1919, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η περιοχή καταλήφθηκε από τους Βούλγαρους. Την περίοδο αυτή το χωριό γνώρισε τα πάνδεινα με βιασμούς, αρπαγές, λεηλασίες και πάνω από σαράντα νεκρούς. Σημαντικός αριθμός κατοίκων εξορίστηκε στη Βουλγαρία. Στη διάρκεια της κατοχής το κτίριο που κατασκευάστηκε το 1911-1912 χρησιμοποιήθηκε σαν στρατιωτικό νοσοκομείο.

         Τα γεγονότα του 1922 και  η καταστροφή της Σμύρνης άλλαξαν τη μοίρα της Ελλάδας και φυσικά και αυτού του χωριού. Την πρώτη Οκτωβρίου 1922 έφθασαν και εγκαταστάθηκαν εδώ οι πρώτοι πρόσφυγες. Ήταν δεκαπέντε οικογένειες από τα Γανοχώρια της Ανατολικής Θράκης. Σε λίγο άρχισε η ανταλλαγή των πληθυσμών, βάσει της συνθήκης της Λοζάννης. Έτσι μέχρι το Φεβρουάριο του 1924 αναχώρησε για την Τουρκία και ο τελευταίος ντόπιος κάτοικος του χωριού. Εν τω μεταξύ είχαν καταφθάσει νέοι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Καππαδοκία.

          Η υποδοχή των προσφύγων γίνονταν στο κτίριο που προορίζονταν για βουλγαρικό σχολείο και στη συνέχεια τους εγκαθιστούσαν σε κενά σπίτια ή σε τμήματα σπιτιών που κατοικούσαν οι ντόπιοι κάτοικοι.

     Μετά την άφιξη των πρώτων προσφύγων δημιουργήθηκε η Τοπική Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων με πρόεδρο τον Γιάννη Βαλτά, υπάλληλο του γραφείου Εποικισμού Καβάλας. Μέλη της Επιτροπής ήταν ένας Θρακιώτης, ο Γιάννης Μαρούλης, ένας Μικρασιάτης, ο Κυριαζής Καφετζής και ένας Πόντιος, ο Άνθιμος Τριανταφυλλίδης. Η Επιτροπή φρόντιζε για τη διανομή των υπαρχόντων κατοικιών, οικοπέδων, αχυρώνων και αγροτεμαχίων με προσωρινά παραχωρητήρια.

         Οι πρόσφυγες άρχισαν τις αγροτικές καλλιέργειες από το καλλιεργητικό έτος 1923-24. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι, εν όψει της ανταλλαγής τους, οι ντόπιοι κάτοικοι ειδοποιήθηκαν να  μην καλλιεργήσουν τα χωράφια τους μετά τη συγκομιδή του καλοκαιριού του 1923.

       Το 1926 τοπογραφικά συνεργεία άρχισαν την προεργασία και στις αρχές του 1928 έγινε η οριστική διανομή των χωραφιών με κλήρωση και βασικό κλήρο τα 18 στρέμματα. Αυτή η διανομή αναθεωρήθηκε το 1938-39 και έγινε διανομή χωραφιών ίσης έκτασης, αλλά σε άλλες τοποθεσίες από εκείνες που πήρε ο κάθε κληρούχος το 1928. Αιτία της αναθεώρησης αυτής ήταν η δημιουργία νέων εκτάσεων από την αποξήρανση των τεναγών των Φιλίππων που κατελάμβαναν όλη την έκταση της σημερινής βάλτας. Με τη νέα διανομή πήραν συμπληρωματικές εκτάσεις όσοι είχαν ελλιπή κλήρο, καθώς επίσης και οι ακτήμονες.

     Τα βασικά έργα αποξήρανσης των τεναγών άρχισαν το 1930, από δύο αγγλικές εταιρίες, με απόφαση της τότε κυβέρνησης Βενιζέλου, και τελείωσαν το 1938. Τα δευτερεύοντα έργα συνεχίστηκαν μέχρι το 1957 από την Υπηρεσία Εγγείων Βελτιώσεων, με αναγκαστική διακοπή την περίοδο 1941-45, λόγω του πολέμου. Διανομές χωραφιών συνέχισαν να γίνονται μέχρι το 1958 σε εκτάσεις που ετοιμάζονταν με τα συμπληρωματικά έργα.

       Το 1922 η περιοχή Καβάλας αποτελούσε υποδιοίκηση που υπάγονταν στο νομό Δράμας και πρόεδρος του χωριού μέχρι το τέλος του 1923 ήταν ένας από τους ντόπιους μουσουλμάνους κατοίκους. Στις αρχές του 1924 διορίστηκε πρόεδρος ο Χρήστος Λυμπερίδης. Το 1926 έγιναν κοινοτικές εκλογές και αιρετός αυτήν τη φορά πρόεδρος αναδείχτηκε και πάλι ο Χρήστος Λυμπερίδης.

        Κύρια απασχόληση των κατοίκων ήταν η γεωργία με την καπνοκαλλιέργεια να έχει την πρώτη θέση. Πολλοί ήταν αυτοί που γνώριζαν για τον καπνό, αλλά αρκετοί ασχολήθηκαν μ΄αυτή την καλλιέργεια για πρώτη φορά. Το σιτάρι και το καλαμπόκι αποτελούσαν σημαντικό κομμάτι της παραγωγής, ενώ αυτοί που προέρχονταν από την Ανατολική Θράκη απασχολήθηκαν με τα αμπέλια που υπήρχαν στους πρόποδες των γύρω λόφων. Η κτηνοτροφία ήταν επίσης αρκετά αναπτυγμένη, αλλά μ? αυτήν ασχολούνταν κυρίως οι Σαρακατσαναίοι που διέμεναν σε σκηνές και καλύβες στις δυτικές παρυφές του χωριού.

         Αν και οι πρόσφυγες προέρχονταν από διάφορες περιοχές με διαφορετικά έθιμα, συνήθειες και νοοτροπία σύντομα δημιούργησαν μια κοινωνία με συνοχή, χωρίς ιδιαίτερες αντιπαλότητες και ανταγωνισμούς. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη ραγδαία ανάπτυξη του χωριού σε όλους τους τομείς. Ήταν το πρώτο προσφυγικό χωριό της περιοχής, στο οποίο λειτούργησε δημοτικό σχολείο. Εδώ δημιουργήθηκε ο πρώτος Αθλητικός και Πολιτιστικός Σύλλογος, Αγροτικός Συνεταιρισμός, καθώς επίσης και Υγειονομικός Συνεταιρισμός.

Το 1927 κτίστηκε Κοινοτικό Κατάστημα και το 1929 Κέντρο Υγείας. Μέχρι το 1930 κατασκευάστηκαν τρεις ανοικτές δεξαμενές άρδευσης, ενώ βελτιώθηκε σημαντικά το εσωτερικό δίκτυο υδροδότησης. Δεκάδες άλλα έργα μικρότερης σημασίας άλλαζαν σταδιακά την εικόνα του χωριού.
Το 1939 έφθασε στο χωριό ένα δεύτερο κύμα προσφύγων. Ήταν οι Πόντιοι που προέρχονταν από τη Ρωσία και είχαν αποκλειστεί εκεί κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923-24. Ένα ακόμη κύμα Πόντιων προσφύγων έφθασε στο χωριό στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης.

Η βουλγαρική κατοχή (1941-45) άφησε έντονα τα σημάδια της στο χωριό. Δεκάδες κάτοικοι εκτελέστηκαν, πολλοί εξορίστηκαν, ενώ σπίτια και περιουσίες λεηλατήθηκαν ή παραδόθηκαν στις φλόγες.

       Το 1948 με κρατικό πρόγραμμα ανοικοδόμησης το χωριό επεκτάθηκε, ξεφεύγοντας από τις παρυφές των λόφων. Το διάστημα αυτό εγκαταστάθηκαν στο χωριό αρκετές οικογένειες που προέρχονταν από τα ορεινά χωριά Βουνοχώρι, Λιμνιά και Λυκόστομο. Σταδιακά άρχισε να εγκαταλείπεται ο συνοικισμός Σαρή-Καγιά και το 1966 έφυγε από εκεί και ο τελευταίος κάτοικος. Το 1961 το χωριό απέκτησε ρυμοτομικό σχέδιο και συνεχώς επεκτείνονταν με διανομές νέων οικοπέδων. Μετά την τελευταία διανομή οι δύο συνοικισμοί του χωριού ενώθηκαν.

       Η αποξήρανση των τεναγών και η δημιουργία καλλιεργήσιμων εκτάσεων έδωσε αρχικά την εντύπωση ότι το χωριό θα αναπτύσσονταν ακόμη περισσότερο και θα εξελίσσονταν σε μεγάλο γεωργικό κέντρο της περιοχής, διάφορες όμως συγκυρίες συνετέλεσαν στο ακριβώς αντίθετο. Από τη μια η βουλγαρική κατοχή, που προξένησε σημαντικές ζημιές, αλλά και η δημιουργία νέων εκτάσεων είχαν σαν αποτέλεσμα τη μαζική μεταφορά κατοίκων από ορεινά χωριά της Δράμας και των Σερρών στη νεοσύστατη τότε Κοινότητα Κρηνίδων.

    Χαριστική βολή ήταν η μεταφορά του δρόμου Καβάλας- Δράμας τρία χιλιόμετρα νοτιότερα που είχε σαν αποτέλεσμα να αποκοπεί το χωριό και να αρχίσει η συρρίκνωσή του, ενώ παράλληλα η ανάπτυξη των Κρηνίδων ήταν αλματώδης.

     Μετά το κύμα της μετανάστευσης στη δεκαετία 60-70 που έκανε το χωριό να παρουσιάζει εικόνα ερήμωσης, άρχισε και πάλι η ανάκαμψη. Η επιστροφή πολλών μεταναστών, οι νέες καλλιέργειες και η εκβιομηχάνιση της γεωργίας συνετέλεσαν ώστε να φύγει η εικόνα της εγκατάλειψης και να ξαναμπεί το χωριό στο δρόμο της ανάπτυξης.

(Σέλιανη-Μεσόρεμα Φίλιπποι Ένας Αιώνας) Πολιτιστικός Σύλλογος Φιλίππων

Περισσότερα μπορείτε να δείτε εδώ.

Αφήστε μια απάντηση